Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

"Η καρδιά της μάνας" , του Βασίλη Ηλιάδη*



Ένα σχόλιο, στο χρονολόγιό του στο Facebook, για την γιορτή της μητέρας ξεκίνησε να γράψει ο Βασίλης Ηλιάδης και κατέληξε σε μια κατάθεση ψυχής. Όχι μόνο της δικής του, αλλά της συλλογικής ψυχής των προσφύγων.
Αν και η μάνα είναι το κυρίαρχο πρόσωπο του κειμένου, η γραφή του ταξιδεύει στην οικογένεια του, στον χρόνο, σε μέρη που έζησε και για μέρη που άκουσε, και μέσω των αναμνήσεων του μας προσφέρει ένα κείμενο συγκινησιακά φορτισμένο.
Θα μπορούσαμε να του δώσουμε και τον τίτλο "Το Ποδοχώρι των προσφύγων-Μέρος δεύτερο". Αλλά έχουν οι πρόσφυγες τόπο? Μπορεί κάποιος να προσδιορίσει μέσα από το κείμενο, ποιος είναι ο τόπος τους? Εκεί που βρίσκονται οι ρίζες τους? Εκεί που γεννήθηκαν? Εκεί που μεγάλωσαν? Εκεί που ταξιδεύει η μνήμη τους ή εκεί που πονά η καρδιά τους?
Δημοσιεύουμε σήμερα το κείμενο του, γιατί θεωρούμε ότι ανήκει και αφορά και σε εμάς, στο χωριό μας, έστω για το κομμάτι της ιστορίας που μας αναλογεί.
Το αρχικό κείμενο συμπληρώθηκε με τα ονόματα των προσώπων, τους τόπους και τις χρονολογίες, για να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
                 

"Η παγκόσμια ημέρα της μητέρας ή αλλιώς "Γιορτή της μητέρας", είναι η ημέρα αφιερωμένη στις γυναίκες που μας έφεραν στη ζωή. Είναι κινητή και γιορτάζεται την δεύτερη Κυριακή του Μάη.
Σήμερα ταξίδεψα στο παρελθόν, θυμήθηκα την μάνα μου, την μάνα της μάνας μου, την μάνα του πατέρα μου και την μάνα της.
Προγονικά, φιγούρες εξιδανικευμένες. Άνθρωποι απλοί, αγράμματοι, αλλά με κοινωνική μόρφωση και πλούσια αισθήματα.
Η οικογένεια μου ζούσε με τον παππού Βασίλη Ηλιάδη και την γιαγιά Αναστασία στο Αιγάλεω. Το καλοκαίρι, η οικογένειά μου έκανε διακοπές στον Πλατανότοπο Καβάλας, με τον άλλο τον παππού, τον Θεμιστοκλή Ζαρίφογλου και την γιαγιά Σουλτάνα. Παντού και πάντα τριγύρω μου άνθρωποι που μ’ αγαπούσαν πολύ!
Οι γονείς της μητέρας μου στον Πλατανότοπο, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, βρέθηκαν στην Ανατολική Μακεδονία, σε ένα τόπο ήρεμο και γλυκό, όπως ήταν και η ζωή τους. 
Οι γονείς του πατέρα μου, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ποδογόριανη. 
Και αργότερα το 1953, εσωτερικοί μετανάστες στην Αθήνα. Σε άγουρη ηλικία, ορφανοί, βρέθηκαν σε περιβάλλοντα δύσκολα και πολλές φορές αφιλόξενα, αναγκάστηκαν να παλέψουν για να κερδίσουν την ζωή τους κι έτσι γράμματα δεν έμαθαν. Ο παππούς Θεμιστοκλής, που ζούσε στον Πλατανότοπο, με θρησκευτική ευλάβεια κάθε βράδυ άκουγε τα νέα στο ραδιόφωνο.Τηλεόραση δεν υπήρχε. 
Η οικογένεια Ηλιάδη στο Αιγάλεω το 1969. 
Από αριστερά παππούς, γιαγιά, θεία, μητέρα, θείος, 
ο μικρός Θεμιστοκλής και σε πρώτο πλάνο ο εξάχρονος Βασίλης 
Ο παππούς Βασίλης, που ζούσε στην Αθήνα, παρά το ότι δεν πήγε σχολείο, διάβαζε καθημερινά. Αυτό που λέμε “ξεκοκάλιζε” την εφημερίδα του, αλλά και βιβλία ιστορικά, που του άρεσαν.
Τα παιδιά τους, οι γονείς μου, Ιορδάνης Ηλιάδης και Ζωή Ζαρίφογλου, παιδιά της κατοχής. Γράμματα λίγα κι αυτοί, του Δημοτικού. Εγώ είχα το όνομα του παππού από το Ποδοχώρι και ο μικρός αδελφός μου ο Θέμης, είχε το όνομα του παππού από τον Πλατανότοπο.
Η προγιαγιά, η “μανιά”, όπως την λέγαμε, ο παππούς, η γιαγιά, ο πατέρας, η μητέρα, εγώ κι ο αδελφός μου ο ζούσαμε όλοι μαζί. Ζούσαμε σε οικογένεια που,  αργότερα έμαθα, ότι η κοινωνιολογία ονομάζει “εκτεταμένη μορφή οικογένειας”. Η κλασική εκτεταμένη οικογένεια συχνά αποκαλείται και “οικογένεια τριών ή τεσσάρων γενεών”. Η εκτεταμένη οικογένεια αποτελεί μια συνεργατική ομάδα, στην οποία ανήκει από κοινού κάθε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, και  αρχηγός της οικογένειας είναι ο διαχειριστής της περιουσίας και όχι απαραίτητα ο ιδιοκτήτης της.
Καθώς συχνά οι ανάγκες του ατόμου ταυτίζονται με τις ανάγκες του συνόλου σε αυτή την μορφή οικογένειας, το άτομο οφείλει να θέτει το συμφέρον του συνόλου, ως ανώτερο και σημαντικότερο από τα προσωπικά του "θέλω". Το άτομο πρέπει να είναι αφοσιωμένο στη οικογένεια του, ενώ όλα τα μέλη της είναι υπεύθυνα για τις πράξεις και τη συμπεριφορά οποιουδήποτε άλλου μέλους της οικογένειας. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι, για κάθε τι που αφορούσε οποιονδήποτε στην οικογένεια, πρώτα μιλούσαν “οι παππούδες” και μετά οι γονείς. Φυσικά τα παιδιά δεν προλάβαιναν -δεν είχαν λόγο-, μέχρι την εφηβεία τουλάχιστον, την εποχή της “επανάστασής τους”.
Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες. Η αγάπη όμως ξεχείλιζε. "Ογλούμ" ο παππούς, "τζιέρι μ’" η γιαγιά, "αγόρι μου" ο πατέρας, "παιδάκι μου" η μάνα!
Στις μεγάλες παρέες που μαζευόμασταν θείοι, θείες, ξαδέλφια, κουμπάροι, γείτονες, συγχωριανοί, άνοιγαν κουβέντες και διηγιόντουσαν ιστορίες από το παρελθόν, από τον τόπο τους, από το χωριό.
Ο τόπος καταγωγής, "η ρίζα", όνειρο χαμένο. Η γλώσσα, η τούρκικη, ζωντανή, με αυτήν μιλούσαν μεταξύ τους και γυρνούσαν νοερά  στον τόπο τους. Αγαπημένα τους φαγητά, αυτά που είχαν αγαπήσει στο παρελθόν. Φτιάχνοντας τα, έκαναν το παρελθόν να ζωντανεύει. Μυρωδιές και γεύσεις από άλλο τόπο και χρόνο, αλλά αξεπέραστες! Συνήθως με ουζάκι. 
Μετά ιστορίες από το χωριό, το Ποδοχώρι στην Μακεδονία. Ιστορίες της κατοχής απ’ τους Βουλγάρους, ιστορίες με αντάρτες. Ιστορίες με κυνήγι χαμένων θησαυρών, από χρυσοθήρες στο Παγγαίο και αρχαιοκάπηλους στη Μακεδονική γη. Ιστορίες με γλέντια στα καφενεία του χωριού και τα πανηγύρια. Παροιμίες και αινίγματα, πειράγματα και σόκιν ανέκδοτα.
Δεν ήξεραν ποιήματα.Ένα μόνο μου είχαν πει πολλές φορές κι αυτό ήταν κάποιου Γάλλου. Φυσικά δεν το έλεγαν όπως ήταν γραμμένο από εκείνον, αλλά με τον δικό τους τρόπο. Τον “αγράμματο”, τον αγαπησιάρικο!
Το ποίημα είναι “Η Καρδιά της Μάνας”, του Γάλλου ποιητή, συγγραφέα και δραματουργού Jean Richepin και είναι ένα σπαρακτικό, σκοτεινό ποίημα για την αιώνια αγάπη, τον ακατάλυτο δεσμό μάνας με γιο.

Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι,
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
– Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρεις την καρδιά,
να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος, την μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.
Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.
Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
– Εχτύπησες, αγόρι μου; και κλαίει!

Που το έμαθαν; Που το άκουσαν; Πάντως μας το μετέφεραν. Προφορική λαϊκή παράδοση σκεφτόμουν, μέχρι που πρόσφατα έμαθα την γαλλική καταγωγή του.
Πολλοί υποστηρίζουν πως οι ρίζες του ποιήματος βρίσκονται στη δημοτική ποίηση και ο Jean Richepin ήταν εκείνος που το μετέφερε στο χαρτί. Σύντομα πέρασε σε όπερες, διηγήματα, αλλά και στον κινηματογράφο, ήδη από τη δεκαετία 1920. Σχολιάστηκε επανειλημμένα και μεταφέρθηκε σε τοπικές λαογραφικές αναφορές, σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Στους νεότερους Έλληνες, η παράδοση έφθασε μέσω της σπουδαίας ποιητικής παραλλαγής του Αγγέλου Βλάχου (1917).
Μια μελοποιημένη εκδοχή της ιστορίας υπάρχει στο τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού, "Της μάνας η καρδιά":
https://www.youtube.com/watch?v=Po4gToNMgdM."

*Ο Βασίλης Ηλιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Είναι εκπαιδευτικός στην Μέση Εκπαίδευση με την ειδικότητα της Οικονομιας και της Κοινωνιολογιας. Ζει στο Χαϊδάρι και εργάζεται στο Περιστέρι. Είναι παντρεμένος και έχει δύο κόρες.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Ποδοχώρι: 29 + 1 λόγοι που μένουμε, αγαπάμε και επενδύουμε στο χωριό μας

Γίνεται σήμερα μια απόπειρα καταγραφής 29  σημαντικών λόγων, που κάνουν το χωριό μας να ξεχωρίζει και που το καθιστούν έναν ιδανικό τόπο διαμονής, χαλάρωσης και επένδυσης (όχι κατ'  ανάγκη οικονομικής).
Φυσικά μπορούν να προστεθούν και  άλλοι λόγοι, ίσως όχι  μικρότερης σημασίας. Χρειάζονται πολλά να γίνουν ακόμη, αρκεί να το πιστέψουμε και να προσπαθήσουμε. 
Η παρακάτω καταγραφή είναι η αρχή. Η σειρά είναι τυχαία, αν και επιχειρήθηκε μια κάποια ομαδοποίηση και ιεράρχηση. Η λίστα αυτή αντανακλά την προσωπική μας γνώμη και πρέπει να θεωρηθεί σαν  ένα σύνολο,  λόγων και παραγόντων, με την δική του δυναμική. Προτάσεις για συμπλήρωση της λίστας δεκτές.

1ος  Το Ποδοχώρι είναι ένα πανέμορφο καταπράσινο  χωριό που απλώνεται στις πλαγιές της νοτιοδυτικής πλευράς του Παγγαίου, χτισμένο αρχικά πάνω σε δύο λόφους, που το διασχίζει ένα ρέμα -Λάκκος- κατάφυτο από πλατάνια λεύκες και καρυδιές. Βλέπει στην πιο εντυπωσιακή πλευρά του Παγγαίου, ενώ από τα σπίτια του πάνω χωριού  φαίνεται η θάλασσα και η κορυφή του Αγίου Όρους. Έχει ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια, χωρίς ομίχλες και δυνατούς αέρηδες.

2ος  Το χωριό μας έχει πλούσια ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Υπάρχουν αναφορές για ρωμαϊκές ανάγλυφες ενεπίγραφες (200 μ.χ.) μαρμάρινες πλάκες, η Παλαιοχριστιανική Ποδοχωρίου, η Τουρκοκρατία, η συμμετοχή των κατοίκων του στον Μακεδονικό Αγώνα, η τραγική δεύτερη βουλγάρικη κατοχή, η συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση 1941-1944, το ιδιωτικό γυμνάσιο, η καπνοκαλλιέργεια.

3ος  Για το χωριό μας έχουν γραφεί τέσσερα βιβλία: Η Λαογραφία Ποδογόριανης και Η ζωή Κουρμπάνι (Δ. Κοσλίδη), Του καπνό στου Ποδοχώρ' (Γ. Φιλίππου) και το Δοκίμιο για την Ιστορία της Ποδογόριανης (Κώτσιου Αδάμου).

4ος Το χωριό μας αναφέρεται σε 30 περίπου βιβλία και δημοσιεύσεις.

5ος  Στο Ποδοχώρι βρίσκονται δύο από τα συνολικά εικοσιπέντε πέτρινα γεφύρια, που υπάρχουν στα χωριά που περιβάλλουν το Παγγαίο.

6ος  Το χωριό μας είναι εκπαιδευτικό κέντρο της περιοχής, αφού σ΄ αυτό υπάρχουν Νηπιαγωγείο, Δημοτικό Σχολείο, Γυμνάσιο  και Λύκειο.

7ος  Είναι το μοναδικό χωριό της Δ.Ε, Ορφανού που 'έχει χαρακτηριστεί ως παραδοσιακός- ιστορικός οικισμός.

8ος  Υπάρχει ο προσφάτως ανακαινισμένος ιερός ναός Αγίου Γεωργίου, χτισμένος το 1847. Με το καμπαναριό να ολοκληρώνεται το 1882. Πανηγυρίζει στις 23 Απριλίου.

9ος  Στο χωριό μας υπάρχουν και λειτουργούν Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών, Φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης και Σχολή Χορού.

10ος  Από το χωρίο μας ξεκινούν τέσσερις  αχαρτογράφητες  και μη σηματοδοτημένες ορειβατικές και πεζοπορικές διαδρομές.

11ος   Nότια από το χωριό μας περνάει το ποτάμι Μαρμαράς, που είναι σταθερός προορισμός για την Πρωτομαγιά.

12ος  Ο Πολιτιστικός Σύλλογος  διοργανώνει κάθε χρόνο  στις 2 Γενάρη το έθιμο  Ποδάρκιασμα, την Κυριακή της Αποκριάς το κάψιμο των Ψύλλων (Ψύλλοι μ') και το καλοκαίρι τον ετήσιο χορό του( στη περιοχή Τσιρίφ) και την εκδήλωση για να τιμήσει  την τρίτη ηλικία (80 +).

13ος  Ο Πολιτιστικό Σύλλογος έχει Τμήμα παραδοσιακών χορών και την θεατρική Ομάδα "Κόκκινη κλωστή" με σημαντική και αξιόλογη δράση.

14ος Στην κοινότητα του χωριού λειτουργεί λαογραφικό Μουσείο.

15ος Στην χωριό μας στέκει ακόμη όρθιο το Οθωμανικό Λουτρό  ή Χαμάμ.

16ος  Στην πλατεία του χωριού υπάρχει αμφιθέτρο, όπου γίνονται διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις

17ος  Στο χωριό μας ανάλογα με την εποχή μπορεί να βρει κανείς και να αγοράσει τοπικά προϊόντα όπως κρασί, τσίπουρο, λάδι, αμύγδαλα, μέλι, κρέας, γάλα, πατάτες, αυγά, λαχανικά, καλοκαιρινά φρούτα. Ενώ από τα διπλανά χωριά μπορεί να βρει φέτα και καρύδια.

18ος  Στον οικισμό του Κοκκινοχωρίου της κοινότητας Ποδοχωρίου, 3 χιλιόμετρα από το χωριό μας, λειτουργεί Δημοτικός Βρεφονηπιακός Σταθμός

19ος    Κάθε Τρίτη υπάρχει αγροτικός γιατρός για εξέταση ασθενών και συνταγογράφηση φαρμάκων, ενώ παράλληλα εδώ και πολλά χρόνια λειτουργεί ένα από τα πρώτα φαρμακεία της περιοχής

20ος  Σε απόσταση μόλις 15-20 χιλιόμετρα, μπορεί να βρει κανείς κοσμικές και απόμερες παραλίες σε ένα εύρος 20 περίπου χιλιομέτρων, από την παραλία Οφρυνίου μέχρι τα Λουτρά Ελευθερών.

21ος  Από το χωριό μας μπορεί να πάει κανείς σε 20 λεπτά στην Ελευθερούπολη, 40 λεπτά στην Καβάλα και σε 1 ώρα και 30 λεπτά στην Θεσσαλονίκη.

22ος  Το Ποδοχώρι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο  σημαντικούς τουριστικούς προορισμούς: την Χαλκιδική-Άγιο Όρος και την Θάσο.

23ος Το Ποδοχώρι βρίσκεται σχετικά κοντά σε δυο καλοκαιρινά Φεστιβάλ: το Φεστιβάλ Φιλίππων και το Φεστιβάλ Αμφίπολης.

24ος Το Ποδοχωρι βρίσκεται σχετικά κοντά στον Αρχαιολογικό χώρο και το Μουσείο της Αμφίπολης, στον Αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, στο Αρχαιολογικό Μουσείο και Μουσείο Καπνού στην Καβάλα και το Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων του Θεόδωρου Κοκκινίδη  στα Κηπιά.

25ος  Σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από το χωριό μας βρίσκεται το ορειβατικό μονοπάτι της Μεσορόπης και  η βάθρα του Ομβριού για κολύμπι.

26ος    Σε απόσταση 63 χιλιομέτρων (1 ώρα) βρίσκεται το σπήλαιο Αλιστράτης Σερρών και το φαράγγι του Αγγίτη, ενώ λίγο μακρύτερα η λίμνη Κερκίνη.

27ος Σε μόλις 30 χιλιόμετρα απόσταση (μίση ώρα) από το χωριό μας βρίσκονται τα Λουτρά Ελευθερών όπου κανείς μπορεί να απολαύσει ένα ζεστό ιαματικό λουτρό.

28ος   Στην περιοχή του Ποδοχωρίου έχουν την έδρα τους δύο πολύ γνωστά οινοποιεία. Το ένα εξ αυτών συμμετέχει στην εκδήλωση " Δρόμοι του Κρασιού Βορείου Ελλάδος" και είναι επισκέψιμο 2 φορές τον χρόνο (Μάιο και Νοέμβριο).

29ος Τέλος, υπάρχει το όρος Παγγαίο με την πλούσια ιστορία του. 

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

"Η ζωή κουρμπάνι" : Ένα μυθιστόρημα στην Ποδογόριανη, τέλη 19ου - αρχές 20ου αιώνα

Μεγάλη επιτυχία και απήχηση είχε η παρουσίαση του νέου βιβλίου "Η ζωή κουρμπάνι" του Δημοσθένη Κοσλίδη που πραγματοποιήθηκε στις 13 Αυγούστου 2017, στο αμφιθέατρο της νέας πλατείας του Ποδοχωρίου.

Είχε προηγηθεί δύο μέρες πριν, στις 11 Αυγούστου, η παρουσίαση του βιβλίου στην Πρώτη Σερρών, γενέτειρα του συγγραφέα. Την εισήγηση για το βιβλίο και στις δύο παρουσιάσεις έκανε ο Νίκος Στόγιος.
Πριν και μετά την παρουσίαση ο συγγραφέας υπέγραψε  τα βιβλία του.


Η εισήγηση του Νίκου Στόγιου κινήθηκε σε τέσσερις κατευθύνσεις και εμπλουτίστηκε με ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου.
Α) Η Ζωή Κουρμπάνι είναι η τρίτη συγγραφική δουλειά του Δημοσθένη Κοσλίδη.  Έχουν προηγηθεί «Η λαογραφία Ποδογόριανης Παγγαίου» και «το Πέταγμα του Κορυδαλλού». Κοινά χαρακτηριστικά και των τριών βιβλίων είναι τα εξής:
α)   Αντλούν την έμπνευσή τους από τα μέρη που έζησε και αγάπησε ο συγγραφέας.
β) Μεταφέρουν μαρτυρίες ζωής των ανθρώπων της περιοχής.
γ)    Η μεταφορά αυτών των μαρτυριών ζωής αποτελεί για τον συγγραφέα και ένα είδος καθήκοντος.

Β) Φαίνεται πως το συγγραφέα απασχολούν δυο βασικές έννοιες:
α)  Η διάσωση της ιστορικής μνήμης. Το χαρακτηριστικό αυτό κυριαρχεί και σε όλη την νεοελληνική μυθιστοριογραφία.
β)  Η διάσωση των γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων της περιοχής (λέξεις, εκφράσεις, γνωμικά, παροιμίες)

Γ)   Κουρμπάνι είναι η θυσία.
Στην περίπτωση του βιβλίου αφορά σε όλες τις μικρές και μεγάλες θυσίες των ηρώων του μυθιστορήματος, είτε αυτοί είναι Έλληνες, είτε Τούρκοι και στην προσπάθεια τους για ένα καλύτερο αύριο, για μια καλύτερη ζωή.

Δ) Στο βιβλίο εξυμνείται η φιλία, οι ανιδιοτελείς σχέσεις των ανθρώπων και ο έρωτας στην πλατωνική του έκφανση.


Η αποψή μας για το βιβλίο

Κρατώντας κάποιος στα χέρια του το μυθιστόρημα “Η ζωή Κουρμπάνι»’’ του Δημοσθένη Κοσλίδη, καταλαβαίνει με την πρώτη ματιά ότι έχει σχέση με το χωριό μας, την ιστορική αυτή κοινότητα που από τα στοιχεία φαίνεται ότι για πάνω από χίλια χρόνια  υπήρξε ως Ποδογόριανη και για τα τελευταία εκατό περίπου  ως Ποδοχώρι.

Οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία 100 χρόνια στο χωριό μας είναι πολύ μεγάλες και γίνονται εύκολα αντιληπτές μέσα από το βιβλίο. Εκτός από το προφανές που είναι το όνομα, το χωριό μας έχει αλλάξει εθνολογικάπληθυσμιακάπολεοδομικάγλωσσολογικά,οικονομικά, μορφωτικά  και πολιτικά. Επίσης πέρασε από την παραγωγή του καπνού και των σιτηρών σε νέες παραγωγές.

Η καθόλου τυχαία εικόνα του Τούρκικου Χαμάμ στο εξώφυλλο του βιβλίου, προσδιορίζει, πρώτον την τοποθεσία όπου ξετυλίγεται η υπόθεση του μυθιστορήματος – που είναι το χωριό μας, η Ποδογοριανη - και δεύτερον την χρονική περίοδο που αυτή διαδραματίζεται, τα τελευταία δηλαδή χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Αλλά και μέσα στο βιβλίο βρίσκουμε, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο γνώριμες τοποθεσίες, αλλά και πρόσωπα  και ασχολίες του χωριού μας, όπως: την Ραχώνα, τον Προφήτη-Ηλία, τα τρία πέτρινα γεφύρια, την βρύση του Τσερίφ, το Χαμάμ, τον μαχαλά του Μπαλαμπάνου, τον νερόμυλο του Μπουγιούκ, τον Λάκκο,  το Μεσοχώρι (μπροστά στην κοινότητα), τον Τσιούρτσιουρα, την πλατεία Κύπαρις, τον τσεσμέ του Ικιούλουκλη, την εκκλησία του Αϊ-Γιώργη, τον  Παπα-Κωντσαντή, - πρόγονο των οικογενειών Παπακωνσταντίνου του χωριού μας-, το Κώτσιο τον Αδάμου και τέλος την  καπνοκαλλιέργεια.

Διαβάζοντας το βιβλίο, οι μεγαλύτερης ηλικίας αναγνώστες ανασύρουν μνήμες της παιδικής τους ηλικίας και μιας εποχής που χάθηκε και πέρασε ανεπιστρεπτί.
Αλλά και οι νεότεροι, θα ταξιδέψουν πίσω σε χρόνους που δεν γνώρισαν και ίσως δεν άκουσαν ποτέ για αυτούς.

Και αυτό συμβαίνει χάρη στο λεξιλόγιο που με τόση ευκολία χειρίζεται ο Δημοσθένης. Λέξεις που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάτοικοι του χωριού,  όχι μόνο άκουγαν καθημερινά, αλλά πρόλαβαν και τις μίλησαν.
Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές: φουρκάλι, μαξούλι, σισίρντισε, βιράνιασε, αβλαντούσε, μούλωξαν, γιαζίκ, λεγένι, καλαμπαλίκι, ταϊφάς, αζάτι,  γεννήματα, μανιές, αντέτι, μπούκλος, ερμπάπι, καρντάσι …
Δεν θα είναι υπερβολή να   χαρακτηρίσουμε το μυθιστόρημα σαν ένα λεξιλογικό θησαυρό.

Στο πρώτο κεφάλαιο γνωρίζουμε του δύο ήρωες της ιστορίας:
τον Θοδωρή- τον έλληνα και τον Φεϊζουλά- τον τούρκο.
Ο Δημοσθένης εδώ δεν βιάζεται. Περιγράφει, εξετάζει, αναλύει τους χαρακτήρες του από κάθε οπτική γωνιά. Ταυτόχρονα μπαίνει μέσα στο μυαλό τους και την ψυχή τους. Θέλει να τους γνωρίσουμε καλά, κρατώντας  όμως κρυμμένα τα ανομολόγητα μυστικά τους.
Αυτά θα τα γνωρίσουμε στο δεύτερο κεφάλαιο με την αναδρομή στο παρελθόν, στην καθημερινότητα της Τουρκοκρατούμενης Ποδογόριανης. Εδώ μαθαίνουμε το γιατί και το πώς της ιστορίας. Ο Δημοσθένης παίρνει τα γεγονότα  και τα κάνει παραμύθι. Μαθαίνουμε και άλλα πολλά για το χωριό μας. Για μια άλλη κοινωνία πολυπολιτισμική, ανεκτική, αλλά και  βασανισμένη, καχύποπτη, με αγεφύρωτες διαφορές και υποβόσκουσες εντάσεις.
Στο τρίτο κεφάλαιο έρχεται η κορύφωση του δράματος, το τραγικό, το μοιραίο, το αναπόφευκτο, αλλά και η λύτρωση, αφού οι πρωταγωνιστές του δράματος κάνανε την ζωή τους κουρμπάνι για να βρει το χωριό μας την γαλήνη του.

Η γραφή  του Δημοσθένη δεν είναι ανάλαφρη, ευκολοδιάβαστη, αδούλευτη. Είναι μεστή, πυκνή, γεμάτη νοήματα και ίσως δεν αρκεί η πρώτη ανάγνωση για να κατανοήσουμε όλη την λαϊκή σοφία, μέσα από τα αποφθέγματα που περιέχει.

Οι ζωές των προσώπων της ιστορίας ορίζονται από την μοίρα, το ριζικό,  το πεπρωμένο τους. Συνεχής είναι όμως ο αγώνας τους να απαλλαγούν από αυτό, να ορίσουν οι ίδιοι το μέλλον τους, να αλλάξουν την τύχη τους  και να πάρουν  την ζωή τους στα χέρια τους.
Αυτό  είναι και το αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου: Ότι παρά τις αντιξοότητες, τα εμπόδια και τις δυσκολίες της ζωής, ό άνθρωπος δεν σταμάτα να ελπίζει, να παλεύει  και να αγωνίζεται …


Τέλος η Πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Πρώτης, Αγγελική Κλειδαρά, έκανε την παρακάτω ανάρτηση σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης. 
"Την Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017 ανοίξαμε ένα ακόμη παράθυρο στον πολιτισμό. Στην Κεντρική πλατεία του χωριού έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Πρωταίου συγγραφέα κ. Δημοσθένη Κοσλίδη, την οποία οργάνωσε ο Σύλλογός μας. Ήταν τιμή και χαρά μας. Παρόν στην παρουσίαση ήταν και ο κ. Νίκος Στόγιος, εκπαιδευτικός στις Βρυξέλλες και Διδάκτωρ γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ο οποίος αναφέρθηκε στην αυθεντική γλώσσα και την πλοκή του βιβλίου. Στο τέλος ο συγγραφέας συγκινημένος, μίλησε στο υπέροχο κοινό που είχαμε, για τις εσωτερικές του δυνάμεις και ανησυχίες, που τον οδηγούν στο γράψιμο.
Το νέο βιβλίου του Δημοσθένη Κοσλίδη είναι ένα πολύ ωραίο μυθιστόρημα με έναν πολύ ωραίο τίτλο. Η ΖΩΗ ΚΟΥΡΜΠΑΝΙ και δεν έχει καμιά σχέση με τις γιορτές που γίνονται σε μερικά χωριά, που σφάζουν μεγαλόσωμα ζώα, τα μαγειρεύουν και τρώει όλο το χωριό. Κουρμπάνι εδώ σημαίνει θυσία της ζωής, θυσία της ψυχής των ηρώων, που κάνουν τη ζωή τους Κουρμπάνι, για το χωριό, την οικογένεια, την τιμή της οικογένειας, τη φιλία… Ο τίτλος είναι πολύ ωραίος, σε εξιτάρει, σε τραβά. Το βιβλίο περιγράφει μια πολύ δυνατή ιστορία, έχει ένα πολύ ζωντανό κείμενο, με πολλά επίθετα και προσδιορισμούς, πολλές τούρκικες λέξεις, τις οποίες εξηγεί, αλλά μπαίνει και μέσα στις ψυχές των ηρώων και εξηγεί τα συναισθήματά τους.
Η ιστορία διαδραματίζεται τα τελευταία 40-45 χρόνια της τούρκικης κατοχής και η τελευταία πράξη του δράματος γράφεται την ημέρα της απελευθέρωσης.
Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα χωριό, το Μπάνσκιοϊ, που είναι στους πρόποδες ενός βουνού, πρέπει να είναι το Παγγαίο, έχει δυο μαχαλάδες -ένα τούρκικο και ένα των γρεκών-, τους οποίους χωρίζει ένα ποτάμι με πολλές πηγές, κάτι σαν τον Μπουρντάνο και τους μαχαλάδες ενώνουν τρία τοξωτά πέτρινα γεφύρια. Το βιβλίο είναι ένα πολύ δυνατό μυθιστόρημα και αξίζει να διαβαστεί από όλους μας.
Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς βιβλίο, ούτε μαθαίνετε, ούτε διδάσκεται. Χρειάζεται πολύ δουλειά, ταλέντο και χάρισμα, είναι μια ανάγκη. Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την ψυχή του, την αποτυπώνει σε ένα χαρτί και έτσι αφήνει τη σφραγίδα του για τις επόμενες γενιές. Γι΄αυτό και οι συγγραφείς αγαπούν πολύ τα βιβλία τους, σαν παιδιά τους. Ευχαριστώ το Δημοσθένη που απευθύνθηκε στο Σύλλογο Γυναικών. Ήταν τιμή και χαρά για μας. Τον συγχαίρω για το βιβλίο του, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο και να κάνει συντροφιά σε χιλιάδες αναγνώστες."

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Το Ποδοχώρι των προσφύγων - Η αφορμή και ένα υστερόγραφο

Το κείμενο που ακολουθεί είναι και αυτό της Σοφίας Τσίγκου και απευθύνεται στην εφημερίδα στην οποία αρθρογραφεί από το 2009. Εξηγεί σε αυτό ποια ήταν η αφορμή για να γράψει το πρώτο της κείμενο. 

Τι ήταν αυτό που της προκάλεσε αυτόν τον ποταμό λέξεων και την έκρηξη συναισθημάτων, θα συμπληρώσουμε εμείς.
Ελπίζουμε να μας συγχωρέσει για την όποια παρέμβαση κάναμε στο κείμενο. Ας το διαβάσουμε με την καρδιά  μας. Χωρίς λόγια...

"Σεπτέμβρης του 2009 ήταν σαν ξεκίνησε το ταξίδι μου στις σελίδες της "ΜΝΗΜΗΣ", της εφημερίδας μας.
 Από μικρή έγραφα, έτσι σαν ανάγκη έκφρασης, μα σαν πήρα το πρώτο φύλ­λο της εφημερίδας  και είδα μέσα γραμμένο το κείμενο μου, ήταν σαν να έπαιρνα το μεγα­λύτερο δώρο καρδιάς, και δάκρυσα... Αφορμή για το πρώτο μου κείμενο η γνωριμία μου με τη Σμύρνη και τα παράλια της Μικράς Ασίας στην εκδρομή που έκανε ο Σύλλογος (Μικρασιατών Καβάλας) τον Ιούνη του 2009. 
Μια εκδρομή - εμπειρία ζωής, ειδικά την τελευταία νυχτιά, που περπατώντας στην πα­ραλία της Σμύρνης με τον άνεμο να ανακατεύει τα μαλλιά μας, την αλμύρα αυτής της θάλασσας που τόσο επώδυνα γεύτηκαν οι δικοί μας, να τραγουδάμε, να συγκινούμαστε, να αναζητού­με τις μνήμες και τις θύμησες, τις μυρωδιές του Ελληνισμού μέσα στην ξένη πια πόλη.
Κι έπειτα άρχισε η περιπλάνηση στα πολύ­χρωμα σοκάκια της μνήμης και της καρδιάς. Και ξανάγινα παιδί κι άκουγα τα τούρκικα της Καππαδόκισσας γιαγιάς μου, μπλεγμένη στα φουστάνια της να φτιάχνω τσουρέκια και κιοφτέδες και να πετάγομαι μαζί της στη γειτονιά σαν περνούσε ο παπλωματάς και ο γανωτής. Ξανακάθισα στο κατώφλι μας τα καλοκαιριάτικα δειλινά με τις γιαγιές της γειτονιάς κεντώντας και ακούγοντας τις ιστορίες τους. Τσουρουφλίστηκα από τις φωτιές του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα, σκάλισα τα μπαούλα της, χάιδεψα τους κρεβατόγυρους, τα μιντέρια και το κέντημα με τον Εσταυρωμένο, τα φερ­μένα από την "Πατρίδα" της. Κι ένοιωσα τόσο ζωντανή την παρουσία της σαν να άγγιζα τα ροζιασμένα χέρια της με το ταπεινό δαχτυλίδι που της χάρισε ένα γειτονόπουλο Τουρκάκι, φεύγοντας από το χωριό της, τότε το 1924, δώ­δεκα χρονών κορίτσι. Μύρισα το πράσινο σα­πούνι πάνω της και την κανέλλα που τόσο της άρεσε να βάζει στα γλυκά της. Και κατάλαβα την πίκρα της για τον ξεριζωμό, το μεράκι και τη νοσταλγία της για κείνα τα χρόνια της αθω­ότητας, που άφησε το μικρό κομμάτι γης ανά­μεσα στα βράχια της Καππαδοκίας. Γέμισα θησαυρούς ανυπολόγιστους, γνώρισα τις ρίζες της καταγωγής μου, αυτές που κάποτε αδιάφορα προσπερνούσα, και ταξίδεψα στα λιμάνια και στις στεριές της δικής μας Ανατολής. 
Ταπεινό πανάκι στο κατάρτι της εφημερίδας, γνώρισα τα πλουμιστά λιμάνια της καταγωγής μου, μύρισα τα μπαχάρια από τα παζάρια της Πόλης, γεύτηκα τις νοστιμιές της Λωξάντρας, αγάπησα έναν τόπο που κυλάει στις φλέβες μου κι ας μη γεννήθηκα εκεί. "

Υστερόγραφο
Για καθαρά τεχνικούς και μόνο λόγους δεν συμπεριλήφθηκε στην αρχική δημοσίευση του άρθρου "Το Ποδοχώρι των Προσφύγων" ένα ευχαριστήριο της Σοφίας Τσίγκου, σε όσους την βοήθησαν παρέχοντας της το υλικό -μνήμης και καρδιάς- να γράψει αυτό το άρθρο. 
Μας έστειλε για τον σκοπό αυτό, το παρακάτω κείμενο, με την παράκληση να το προσθέσουμε στο τέλος του άρθρου της. Επειδή θεωρούμε ότι το ευχαριστήριο αυτό, μπορεί μεν να είναι συνέχεια του άρθρου, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα αυτόνομο κείμενο, μια κατάθεση ψυχής, κρίναμε σκόπιμο να το δημοσιεύσουμε ξεχωριστά. 


ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

       Προσπαθείς να ξετυλίξεις το νήμα και να βρεις την αρχή του, εκείνη την πονεμένη αρχή της προσφυγιάς, και συνειδητοποιείς ότι άργησες πολύ και οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας έχουν φύγει. Κι όμως είχες πολλές ευκαιρίες εκείνα τα καλοκαίρια που μικρούλα μπούρλιαζες  τα καπνά μαζί τους και το νόμιζες παιχνίδι ή τότε που τα μεσημέρια καθόσουν κάτω από την κληματαριά με την γιαγιά Λοξάν και τον παππού Μωυσή και απολάμβανες το χάδι τους, προσπαθώντας να τους πείσεις να σε αφήσουν να πάς βόλτα το βράδυ στο πάνω δρόμο του χωριού που γινόταν το νυφοπάζαρο. Ή πάλι τότε που γινόσουν μούσκεμα στη γούρνα της αυλής τους, τάχα πισίνα, ενώ η γιαγιά Λοξάν φρόντιζε τους κατιφέδες, τα γεράνια και τα βασιλικά της ανθοστόλιστης αυλής της.  Ευτυχώς όμως κάποιοι ρωτούσαν ή άκουγαν εκείνες τις ιστορίες τους, που σαν τις έλεγαν σταλιά σταλιά το δάκρυ άνοιγε χαρακιές στο πρόσωπο  τους, και τις κατέθεσαν κεράκι στη μνήμη τους  κι έτσι ξετύλιξαν το νήμα του παρελθόντος.
    Ταπεινό πολύ το ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ μα βγαλμένο από καρδιάς για τις θείες μου Μαριγούλα Τσολακίδου, Άννα Γιαννοπούλου, Ντίνα Παπαδοπούλου, τον θείο μου Θανάση Τσολακίδη  και τα ξαδέλφια μου Σούλα και Κυριάκο Γκογκόπουλο, που με υπομονή με ανέχτηκαν και με βοήθησαν να υλοποιήσω το άρθρο μου. 
                                                                                                                                                                      ΤΣΙΓΚΟΥ ΣΟΦΙΑ

Από την μεριά μας θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους όσοι κοινοποίησαν την δημοσίευση, με αποτέλεσμα μέσα σε τρεις μόνο ημέρες να έχει περίπου 2400 αναγνώσεις , από την Δράμα και την Κομοτηνή μέχρι το Ναύπλιο και το Ηράκλειο και από την Κύπρο και την Βουλγαρία μέχρι την Σουηδία και την Αμερική.
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι με το άρθρο αυτό έσβησε και το τελευταίο ίχνος της νοητής γραμμής που χώριζε το πάνω χωριό με τον ¨συνοικισμό".

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Παγγαίο, Καπνός, Ποδογόριανη 1905-1906

Από το βιβλίο του Γεωργίου Χατζηκυριάκου ''Σκέψεις και εντυπώσεις εκ περιοδείας ανά την Μακεδονίαν (1905-1906)", δημοσιεύουμε σήμερα αυτούσιο το κομμάτι που αναφέρεται  στο χωριό μας.
Πριν από το κομμάτι αυτό περιέλαβα στην ανάρτηση και δύο ακόμη αποσπάσματα του ιδίου: το πρώτο αφορά μια περιγραφή του Παγγαίου και το δεύτερο την σημασία της καλλιέργειας του καπνού. Οι λόγοι είναι αυτονόητοι. Και τα δύο είναι άρρηκτα δεμένα με την ιστορία του χωριού μας.
Όσον αφορά το χωριό μας, το Ποδοχώρι, στην περιγραφή του Γ. Χατζηκυριάκου βρίσκουμε πληροφορίες που αφορούν την τοπογραφία, την φύση, τον πληθυσμό, το κλίμα, την πίστη, την εθελοντική προσφορά και συμμετοχή, την εκπαίδευση και  την αγάπη(έρωτα) για τα γράμματα. Και στα τρία, τέλος, αποσπάσματα βλέπουμε τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.
Οι υπογραμμίσεις και οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα είναι δικές μου και έγιναν για να βοηθηθεί ο αναγνώστης στις προηγούμενες παρατηρήσεις. Στο τέλος της ανάρτησης υπάρχουν επεξηγήσεις για ορισμένες λέξεις.


Το Παγγαίο όπως φαίνεται από το Ποδοχώρι
                                                 
"Απέναντι ( της Αμφιπόλεως) το Παγγαίον ως Τιτάν μας θεωρεί ακίνητον και μας καλεί προς ανάβασιν, εύχαρι, εύγραμμον, εύδροσον,  ευώδες. Αι πολυσχιδείς ακρώρειαί* του, η πολυειδής χλωρίς μετά των χαριεστέρων ανθυλλίων εν ώρα έαρος, ο ελαφρός και καθαρός αήρ εξ αγνού οξυγόνου εν πλησμονή, τα σύδενδρα τοπία του, η ποικιλία των πετρωμάτων του, μετά των περιωνύμων και εν τη αρχαιότητι μεταλλευσίμων ορυκτών, και η επ΄ αυτού αμιγής και γνήσια Ελληνική ζωή αποτελούσιν ακαταμάχητα θέλγητρα, έλκοντα επιμόνως προς επίσκεψιν."

Το σπάσιμο (μάζεμα) καπνού

"Υπό οικονομική και πλουτολογική έποψιν σημειωθείτω ενταύθα ότι, αν το πάλαι το Παγγαίον, αι περιξ κοιλάδες και πεδιάδες ετιμώντο και εφημίζοντο μεγάλως δια τα πλούσια μεταλλεύματα σιδήρου, χαλκού, μολύβδου,  αργύρου και χρυσού έτι, άτινα ολοκλήρους λαούς προσείλκυον και υπέρ αυτών μάχαι συνεκροτούντο και μετακινήσεις και εκτοπίσεις πληθυσμών προεκαλούντο, σήμερον απάσης εκείνης της εκτάσεως, η επιφάνεια και ουχί τα βάθη, ουχί δια εξορύξεως αλλά δια καλλιεργίας, εξάγει τον αργυρόν και τον χρυσόν, δια της καλλιεργίας του καπνιζομένου καπνού. Όλων εκείνων των πληθυσμών καπνίζουσι αι γαίες, αι αποθήκαι και αι οικίαι αυταί, και ο εξ αυτών εξερχόμενος καπνός ουχί την αποτέφρωσιν και καταστροφήν αυτών δηλοί, αλλά την εδραίωσιν και διακόσμησιν και όλην την οικονομικήν αυτών ευεξίαν."


Το Ποδοχώρι από το Παγγαίο και απέναντι το Σύμβολο

"Εκ Μπόμπλιανης (Ακροπόταμος σήμερα) αναχωρώ, ίνα διερχόμενος χαριεστάτην μεταξύ των δύο ορέων, Πιερικού(Συμβόλου) και Παγγαίου, κοιλάδα επί της αντιθέτου προς εκείνην κλιτύος*, ήν περιέγραψα, αναχωρών εξ Αμφιπόλεως ανέλθω πάλι επι του Παγγαίου.
Κατευθύνομαι προς την κώμην Ποδογόριανη, ήν βλέπω προς βορράν απεναντί μου κείμενης επί των ανωτέρω κλιτύων του όρους και ωσεί καθηλωμένην, ίνα μη εκ του ύψους καταρρεύση προς την εκτεινόμενην κάτω ωραίαν και κατάφοιτον κοιλάδα.
Και αύτοθι επι βουνώδος και διαρρύτου* τοποθεσίας ζη ελληνορθόδοξος εξ υπερεκατόν οικογενειών κοινότης, της Ποδογόριανης ή του Ποδοχωρίου. Νεόδμητον αρρεναγωγείον, ανεγερθέν επί  βράχων και παρέχον άφθονον τον ζείδωρον* του βουνού αέρα εις τα εν αυτώ φοιτώντα παιδία, ευγλώττως μαρτυρεί την ζωηράν φιλοτιμίαν των κατοίκων αυτής και τον προς τα γράμματα διάθερμον αυτών ίμερον*. Τούτον καλλιεργεί ο χρηστός και του καλού ζηλωτής Λευίτης* του χωριού, όστις ενώσας τους πλήστους των φιλοτίμων νέων είς αδελφότητα επέτυχε δια των συνδρομών αυτών ν' ανεγείρη το νέον διδακτήριον. Και φυτωρίου των θηλέων δεν στερείται η αξία επαίνου αύτη κοινότης, παρέχουσα εαυτήν αξιομίμητον παράδειγμα.
Εντεύθεν εκ Ποδογόριανης εξελαύνω επί των κλιτυών του όρους και μετά ώρας ανακαλύπτω όπισθεν κυρτώματος αυτού και εις την αρχήν ρήγματος, κείμενην ανωφερώς, την Ελληνορθόδοξον κώμην Μεσορόπην.
.....................................................................................................................
Η Μεσορόπη μετά των προηγουμένων, Κάριανης, Μπόμπλιανης και Ποδογόριανης, υπάγονται, κατά παράδοξον όλως τρόπον εκκλησιαστικής διαιρέσεως, εις την εκκλησιαστικήν επαρχίαν Ξάνθης, ήτις ούτω εισχωρεί και ενσφηνούται μεταξύ των κωμών της επαρχίας Ελευθερουπόλεως, σφετεριζομένη, ούτως ειπείν, τα δικαιώματα αυτής."


ακρώρειαι =βουνοκορφές
  κλιτύς        = πλαγιά, πλευρά του βουνού
  διάρρυτος = αυτός που διαρρέεται από νερά ή ρυάκια
  ζείδωρος   =αναζωογονητικός, τονωτικός
  Λευίτης     = παπάς ηλικιωμένος και αξιοσέβαστος
 Ίμερος      =αρχαία  θεότητα της  ακολουθίας της Αφροδίτης, η προσω- ποποίηση της σφορδής ερωτικής επιθυμίας

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Τ' όνειρο του Φεϊζουλά

Από το βιβλίο "Λαογραφία Ποδογόριανης Παγγαίου" του Δημοσθένη Κοσλίδη, αναδημοσιεύουμε σήμερα το διήγημα  "Τ' όνειρο του Φεϊζουλά" του αείμνηστου  δασκάλου Κώτσιου Αδάμου, που περιγράφει με γλαφυρό τρόπο το χωριό μας και την συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας (περίπου το 1900).
Τούρκικη βρύση στην Ποδογόριανη
"Το χωριό Ποδογόριανη είχε φτιάξει τη φωλιά του απ' τα παλιά χρόνια στις πλαγιές μιας χαράδρας που στο βάθος της κυλούσε γοργά τα γάργαρα νερά του ένα ποταμάκι που τ' ονόμαζαν «Λάκκο». Στο διάβα του γύριζε τέσσερις μύλους. Ένα στα Κρύα Νερά του Τούρκου Μπουγιούκ, του Τσιφούτη στο Μεσοχώρι, του Καράμπελα και της Βασίλως κάτω απ' του Χαλάτση τ' αλώνι. Θεόρατα πλατάνια ακολουθούσαν το ρου του ποταμού απ' τον Πλατανιάκο ως το Τσαλί - Ντερί.
Τα σπίτια του χωριού χτισμένα το 'να πίσω και παν' απ' τ' άλλο, έβγαζαν τις στέγες τους, σα να 'θελαν ν' ανέβουν ως τις κορφές του Άη - Λια και του Άη - Θανάση. Σ' όποιο απ' αυτά τα υψώματα  ανέβαινες έβλεπες όλα τα σπίτια του απέναντι μαχαλά ζωγραφιστά κολλημένα στην ποδιά του λόφου. Οι αυλές τους ήταν μικρές κι έμοιαζαν σαν κάνιστρο με λουλούδια, που 'χαν αραδιάσει οι νοικοκυρές σε γλάστρες πάνω στον πέργυρό τους. Που και που έδειχνε το μπόι της κάποια ροδιά για να κάνει ακόμα πιο όμορφα την εικόνα. Τα στενά σοκάκια ήταν όλα στρωμένα με καλοφτιαγ­μένο καλντερίμι και σέρνονταν σαν φίδια προς τα πάνω, προσπα­θώντας να βγάλουν τα κεφάλια τους στις κορφές των λόφων. Και τους δυο μαχαλάδες τους χώριζε στα δυο ένας φαρδύς πέτρινος δρόμος. Του δώθε μαχαλά, που 'ταν μεγαλύτερος, οι κάτοικοι του είχαν δύο ονόματα, ο πάνω μαχαλάς και ο κάτω μαχαλάς. Τον άλλο, που βρίσκονταν κείθε απ' το λάκκο κι έβλεπε κατά την Ανατολή και το Βορρά, τον ονόμαζαν πέρα μαχαλά με προέκταση στον Μπαλαμπάνο και το Κύπαρις.
Η ομορφιά που 'χε από φυσικό του ο τόπος εδώ γύρω, ήταν να τη βλέπεις και να σαστίζεις με την πλούσια καρδιά της φύσης. Οι γραμμές απ' το βουνό κατέβαιναν χορευτικά ως την κάτω άκρη του χωριού. Η Ραχώνα φύλαγε το βορινό αέρα. Βαστούσε τη μάχη απ' ότου γεννήθηκε ο κόσμος. Από παντού κατηφόριζαν τα δέ­ντρα, οι πολύχρωμοι βράχοι και τα νερά φουρφούριζαν βιαστικά ως το ποτάμι.
Το πουρνάρι σκέπαζε τις ράχες, φυλούριζε χειμώνα - καλοκαί­ρι και ανάδευε μ' ασημένιες αντιφεγγιές. Η σκληρή φυλλωσιά του είχε απ' τη μια μεριά ένα χρώμα μαργαριτάρι, σα να μουσκεύτηκε για πάντα απ' το φεγγαρόφωτο μιας Αυγουστιάτικης νύχτας.
Τα καϊνάκια ήταν στολισμένα με κλαδωτά αιωνόβια πλατάνια που ανέβαιναν τον ανήφορο αράδα το 'να πίσω απ' τ' άλλο. Ήταν τρυφερά, τρεμούλιαζαν αδιάκοπα μ' όλα τα φύλλα τους, ακόμα και σαν δεν φυσούσε. Και σαν έπαιρνε να τα κιτρινοφυλλιάζει το φθινόπωρο, έμοιαζαν σα να πήραν φωτιά οι ασημένιοι κορμοί τους και τίναζαν χρυσές φλόγες. Ένα αναγάλλιασμα έσταζε στα δέντρα κι ανάβρυζε από καστανά και κόκκινα χρώματα απ' τις πέτρες και τα νερά. Οι ελιές αργοσάλευαν τα κλωνιά τους σαν βάγια. Από παντού ανέβαινε η δόξα της γης. Τούτες τις ώρες τρέμει αναρωτιέται, πώς γίνεται και κρύβεται τόση κακία μέσα στον άνθρωπο.
Το μεγάλο κακό γίνονταν τις Γεναριάτικες νύχτες σαν λυσσούσαν οι Βοριάδες. Τότε, το σκοτάδι που σκέπαζε τα σύμπαντα έκανε  πιο τρομαχτική τη νύχτα. Ο άνεμος έπαιρνε τα κεραμίδια απ' σκεπές και τσάκιζε τα τρυφερά πλατάνια. Ο σκοτεινός αγέρας γεμάτος από κρότους ανεξήγητους, από ουρλιαχτά και θλιβερούς ήχους. Άνοιγαν οι χωρικοί κατ' απ' το πάπλωμα ανήσυχο μάτι και βλαστημούσαν. Οι γυναίκες αφουγκράζονταν, σηκώνονταν χωρίς θόρυβο απ' το στρώμα, θυμιάτιζαν τα κονίσματα και σταυροροκοπιόνταν.
Σαν φώτιζε ο ουρανός πίσω απ' την τραμουντάνα, ετότες πρόβαλε θάμαξι ο ήλιος πάνω απ' τη ράχη κι έσταζαν ειρήνη τα δέντρα. Έβλεπες τον Άη-Θανάση να στέκεται γελαστός μέσα στο χρυσό φως. Ήταν ακόμα βρεγμένος και χτυπημένος. Άχνιζαν οι κουρασμένοι οι λάκκοι του κι έσταζε διαμαντόπετρες μέσα στη λιακάδα, όμως στέκονταν δυνατός και ήσυχος. Φορούσε στην κορυφή του, μετερίζι μάχης, το κλησάκι ο Άη-Λιας απ' την άλλη της χαράδρας. 
Πάλι σαν ξάνοιγε ο καιρός κι έπαιρνε να μυρίζει άνοιξη, τίποτα δεν ήταν πιο ήμερο απ' τους δυο λόφους. Η πέτρα η Μπρουσιάκα ασήμιζε στον ήλιο σαν ζεστή σάρκα. Οι μικρές συκιές θρασομανούσαν ανάμεσα απ' τις χαραμίδες. Πάνω στις ψηλές κρεμασές βουτάνε πεινασμένες ρίζες ως μέσα στην καρδιά του βράχου, να βυζάξουν από κει το πικρό γάλα που τις θρέφει. Χάραζες με το σουγιά  το κόκκινο βλαστάρι κι ο άσπρος χυμός έπηζε πάνω στη λεπίδα.
Ήταν μερακλήδες οι κάτοικοι του χωριού μας - Έλληνες και Τούρκοι. Έπιασαν απ' την μάνα τους τα νερά και μέσα απ' τα  κιούνκια έτρεχαν προς το χωριό για να δροσίσουν και να καταλα­γιάσουν τη δίψα των χωριανών, να ποτίσουν τους μπαχτσέδες και να γεμίσουν τα χαβούζια, όπως 'λεγαν οι παππούδες μας.
Η κοινότητα με προσωπική εργασία, ακόμα κι απ' τα πρώιμα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είχε κάνει και μεγάλες γούρνες στις βρύσες για να πίνουν νερό τα ζώα, ιδιαίτερα το χειμώνα που 'ταν κλειστά στ' αχούρια, για να ξεπιαστούν, όπως έλεγαν οι τσιφτσήδες. Βρύσες πολλές είχε το χωριό που έτρεχαν ακατάπαυστα και τα νερά κυλούσαν προς τα κάτω γλύφοντας τις πέτρες του δρό­μου, έτσι που το καλντερίμι που βρίσκονταν στη μέση κι ήταν κατεβασμένο δέκα εκατοστά χαμηλότερα απ' τα δυο πεζοδρόμια, γυάλιζε δουλεμένο, λαξευμένο και απ' τα πέταλα των ζώων που περνούσαν κάθε μέρα πάνω - κάτω. Στο μεσοχώρι, καθώς το 'λε­γαν και «Μπεηλίκ’»  ήταν χτισμένη μια όμορφη, ψηλή βρύση με φαρδύ χάλκινο κρουνό, απ' όπου έτρεχε άφθονο νερό. Τ' απο­γευματάκι τα κορίτσια έβγαιναν με τις στάμνες και τα γκιούμια, κάνοντας μια ουρά με πολύχρωμα φορέματα, που το γέλιο τους σκόρπιζε τη χαρά σ' όλη την πλατεία. Πάνω απ' τη βρύση κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας εκεί μαζεύονταν οι μπέηδες να πιουν τον καφέ τους και να γουργουλίσουν το ναργιλέ τους. 
Οι Τούρκοι, σαν λαός,  είχαν τρία «κουσούρια». Το πρώτο, αγα­πούσαν πάρα πολύ το νερό. Στην ψυχή του πατέρα τους έφτια­χναν κι από μια βρύση ή βρυσούλα, βάζοντας για σωλήνα μια κόρα, που πελεκούσαν απ' τους κορμούς των πλατανιών, όπου έβλεπαν πως δάκρυζε η γη κοντά στον λάκκο και στις πλαγιές του βουνού. Έτσι όλος ο πάνω λάκκος ήταν γεμάτος με βρύσες. Κάτω απ' το σπίτι του Σερίφ δυο βρυσούλες είχαν το πιο κρύο νερό. Παραπάνω ο Ικίουλουκλης. Λίγα μέτρα παραπάνω ήταν ο Ντεμίρ, η βρύση κάτω από μια συκιά. Πιο πάνω «ο ψηλός» και μια άλλη δίπλα απ' το μύλο του Μπουγιούκ. Όλες τις βρύσες οι Έλληνες τις ονόμαζαν με μια λέξη «Τα Κρύα Νερά». 
Μια άλλη αδυναμία που 'χαν οι Τούρκοι ήταν η θρησκεία τους. Κοντά στο τρίτο πάνω γεφύρι του χωριού είχαν χτίσει το τζαμί τους, μ' ένα ψηλό μιναρέ μπροστά κι ένα κυπαρίσσι. Ο Ιμάμης, Αλί το λέγανε οι Τούρκοι, φαφλιάρ' τον αποκαλούσαν οι Ρωμιοί, ανέβαινε τρεις φορές τη μέρα στον μιναρέ και προ-σκαλούσε τους πιστούς με μια φωνή λυπητερή που 'κανε πολλά τσακίσματα και κατέληγε σ' ευλαβή κατάνυξη. Τότε έβγαιναν οι άντρες, γέροι οι περισσότεροι, σαν τα μυρμήγκια απ' τα σπίτια του πάνω μαχαλά, δρομούσαν προς το τζαμί, έπλεναν καλά τα μούτρα τους, τα λαι­μά τους, τα πόδια τους κι έμπαιναν μέσα να προσευχηθούν στον Αλλάχ τους.
Και μια άλλη αδυναμία είχαν οι Τούρκοι, την οποία επέτρεπε το Κοράνι τους. Είχαν από δυο-τρεις γυναίκες, χαρέμι όπως το ‘λεγαν. Είχαν πόλεμο πάντα με τη Ρωσία και υπηρετούσαν στο στρατό από δέκα και πλέον χρόνια. Οι πιότεροι δεν γύριζαν. Οι γυναίκες περίσσευαν κι έπρεπε να 'χουν άντρα ν' αυξάνει το μιϊλετι τους για να 'χει η Αυτοκρατορία στρατιώτες, ασκέρι μεγάλο, να πολεμά τους ντουσμάνηδες. Κατά τα άλλα οι Τούρκοι, ήταν ένας  πράος λαός. Ευθύς χωρίς μπαμπεσιές. Ντόμπρος, φιλόξενος, παρά τη φτώχια του. Με τους Έλληνες της Ποδογόριανης μια χαρά περνούσαν.
Στο χώρο μπροστά απ' το τζαμί τους ήταν και τα νεκροταφεία τους. Παλιά εκεί θάβανε τους νεκρούς τους. Τις γυναίκες τις απαγόρευε το Κοράνι να μπουν σ' αυτό τον ιερό χώρο. Στην πάνω  άκρα του νεκροταφείου είχαν χτίσει ένα δίπατο σχολείο πολύ πιο μεγάλο  απ' τις ανάγκες τους. Τα κορίτσια τους δεν τα 'στελναν στο σχολείο. Ο Χότζας, ένας καλοντυμένος και διαβασμένος Τούρκος, διάβαζε μόνο τ' αγόρια που πήγαιναν το πρωί μ' ένα καλέμι και πλάκα μοναχά.
Οι γυναίκες, αυτό έλεγε το Κοράνι, να μην βγαίνουν στο τσαρσί. Ν’ αποφεύγουν τη συνάντηση με ξένους άντρες στο διάβα τους. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν το λάκκο για μονοπάτι τους. Από κει πήγαιναν στα χωράφια κι από εκεί γύριζαν φορώντας πάντα ένα τσεμπέρι στο κεφάλι τους και κάλυπταν έτσι το πρόσωπο το που μόνο τα μάτια τους να φαίνονται. Το ίδιο έκαναν και τα κοριτσόπουλα. Έπαιζαν στο δικό τους μαχαλά. Είχαν δικιά τους βρύση που πήγαιναν για νερό. Είχαν κι αυτά μια μικρή πλατεία μ’ ενα κυπαρίσσι στο κάτω μέρος. Εκεί έπαιζαν και περνούσαν τα μικρά τους χρόνια. Μόλις λίγο μεγάλωναν, στα δέκα τους χρόνια, γίνονταν «κοπέλες» κάλυπταν τα πρόσωπα τους, συναναστρέφονταν μεταξύ τους και πήγαιναν στη δουλειά να βοηθήσουν τους γονείς τους. Τ' αγόρια όμως έρχονταν κι έπαιζαν με τα Ελληνόπουλα. Καμιά διάκριση. Χαρά και παιδική ευτυχία βασίλευε στο χωριό. Οι Έλληνες πάλι είχαν το δικό τους σχολείο κατ' απ' του Κουρή το σπίτι. Είχαν την εκκλησία τους, τον Άη - Γιώργη, που πήγαιναν κάθε Κυριακή ν' ακούσουν τον Παπά-Κωνσταντή και να προσευχηθούν στο Θεό να τους δίνει δύναμη και κουράγιο ώσπου να 'ρθει η μέρα του λυτρωμού.
Η Ποδογόριανη, δηλαδή το χωριό που βρίσκονταν στους πρόποδες του Βουνού, είχε ετότες 800 Έλληνες κατοίκους και 300 Τούρκους."