Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Περικλής Ηπειρώτης, ο φωτογράφος του χωριού μας

Ο Περικλής Ηπειρώτης είναι ο άνθρωπος που "πάγωσε" τον χρόνο στο χωριό μας, αφού κατά τις δεκαετίες του ΄50 και του '60, βρισκόταν πίσω από τον φωτογραφικό φακό που αποθανάτισε κάθε σημαντική, αλλά και προσωπική  στιγμή, της ζωής των  κατοίκων του Ποδοχωρίου. 
Δεν υπάρχει σπίτι στο χωριό μας που να μην έχει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με την δική του ματιά και υπογραφή. 
Γάμοι, βαφτίσεις, γλέντια, παρελάσεις, σχολικές γιορτές και εκδηλώσεις, αθλητικά γεγονότα, ασχολίες, επαγγέλματα και χαλαρές προσωπικές στιγμές. 
Στους δρόμους, στα σπίτια, στις αυλές, στο βουνό, στην θάλασσα και στα χωράφια.
Νεόνυμφοι, ηλικιωμένοι, παιδιά, ζευγάρια, παρέες, μαθητές, κοπέλες  και παλικάρια του χωριού μας, πρόσφυγες και ντόπιοι,   όλοι κάποια στιγμή στάθηκαν μπροστά στον φακό του.
Ο Περικλής Ηπειρώτης γεννήθηκε το 1935  στο σπίτι που τους έδωσε ο "εποικισμός" ή η Υπηρεσία Αποκατάστασης Προσφύγων στην γειτονιά Τσουρούκ Μαχλέ (στα τούρκικα Curuk mahalle=Σάπια γειτονιά) της Ποδογόριανης. 
Το σπίτι που γεννήθηκε. (1968)
Ο μαχαλάς αυτός  βρισκόταν στην βόρεια άκρη του χωριού, μετά τα τούρκικα νεκροταφεία και το σπίτι του Συμεών Καρβουνόπουλου. Στην ίδια γειτονιά εκτός από την οικογένεια Ηπειρώτη εγκαταστάθηκαν  επίσης οι οικογένειες  Γρουζίδη, Σιπιρτίμη, Κουτσογιάννη, Διαμαντόπουλου και η μικρασιάτισσα πρόσφυγας Ντούντου.
Η οικογένεια Ηπειρώτη καταγόταν από τo προάστειο Πασάκιοϊ της Κωνσταντινουπολης και ήρθε στην Ποδογόριανη  μετά την Ελληνοτουρκική συμφωνία ανταλλαγής προσφύγων του 1923.
Ο παππούς του καταγόταν από την Βίτσα Ιωαννίνων που μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη  και σε αυτόν οφείλεται το επώνυμο Ηπειρώτης. 

Γονείς του ήταν η Σουλτάνα (1900-1984)  και ο Αλέξης Ηπειρώτης-Αρναούτογλου (1896-1973)  και απέκτησαν έξι παιδιά, με τον Περικλή προτελευταίο στην σειρά. Τρία αγόρια (Πέτρο, Χρήστο, Περικλή) και τρία κορίτσια (Μαρίκα, Ελένη και Ανθούλα). 



Οι γονείς του. Στο πρώτο τους σπίτι και στην αυλή του δεύτερου. Στην δεύτερη φωτογραφία, πάνω δεξιά διακρίνεται η λέξη ΠΟΔΟΧΩΡΙΟΥ (ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ).


Το 1950  αγόρασαν οικόπεδο απέναντι και νότια από το Συνεταιρισμό, στην περιοχή Μνημόρια, στο οποίο έχτισαν  σπίτι με δυο δωμάτια και μια αποθήκη και εγκαταστάθηκαν πλέον εκεί. 


Η φιγούρα της μητέρας του, της κυρα-Σουλτάνας ή Αλέξαινας, έμεινε χαραγμένη στην μνήμη όλων των μαθητών που πήγαν στο σχολείο από τα μέσα της δεκαετίας του '50 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '70, αφού καθημερινά έψηνε τις πεντανόστιμες τριγωνικές τυρόπιτες και τις πουλούσε στα διαλείμματα. Μια δραχμή τις αγοράζαμε, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Μαζί με τις τυρόπιτες συχνά πουλούσε και φοινίκια. 
Στην δική μου μνήμη, η θύμηση της έμεινε άσβηστη και για έναν επιπλέον λόγο, εκτός του ότι μέναμε στην ίδια γειτονιά. Ήταν τα χρόνια που ο γιος της ο  Περικλής της έστελνε γράμματα από την Αυστραλία και μας τα έφερνε στο σπίτι για να της τα διαβάσουμε, αφού η ίδια δεν ήξερε γράμματα. 
"Το Περικλή μου" έλεγε και ξανάλεγε και έκλαιγε μιλώντας περισσότερο στα  τούρκικα και λιγότερο στα ελληνικά. 
Ένα καημό είχε, να δει τον Περικλή της να γυρίζει από την Αυστραλία και με αυτόν τον καημό πέθανε το 1984. 
Στην αποθήκη του σπιτιού τους, μπουρλιάζοντας.
Από δεξιά ο Περικλής, η μητέρα του,
μια φίλη Γερμανίδα και ο πατέρας του.

Ο  κυρ-Αλέξης, ο πατέρας του, ήταν μπαξεβάνης και το καλοκαίρι γύριζε με το γαϊδουράκι στο χωριό και πουλούσε την πραμάτεια του. Το μποστάνι του για την καλλιέργεια των λαχανικών το είχε στον περιοχή  Μάρμαρο.  
Ας γυρίσουμε όμως στην ιστορία της ζωής του Περικλή Ηπειρώτη.
Σε ηλικία δεκαέξι χρονών "κλήρωσε", κυριολεκτικά και μεταφορικά, το μέλλον του και η πορεία της μετέπειτα επαγγελματικής του καριέρας. 
Ο Περικλής Ηπειρώτης το 1951.
 Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο κεντρικό
δρόμο στο ύψος περίπου του φαρμακείου.
Πίσω στο βάθος το Πιλάφ-Τεπέ.
Το 1951, στο πανηγύρι του Άη-Γιώργη, έτυχε σε λαχειοφόρο αγορά μια φωτογραφική μηχανή Leica (Λάικα). Αυτό το τυχαίο γεγονός στάθηκε η αφορμή και το κομβικό σημείο που άλλαξε την πορεία της ζωής του. Άρχιζε να φωτογραφίζει και ταυτόχρονα να ασφυκτιά στα στενά όρια του χωριού.


Το 1960, μετά από την θητεία του στην αεροπορία, φεύγει στην Θεσσαλονίκη και ασκεί το επάγγελμα του φωτογράφου και του φωτορεπόρτερ σε εφημερίδες. Αρχικά εμφανίζει τις φωτογραφίες του σε άλλα φωτογραφεία. 




Και η Θεσσαλονίκη όμως του είναι μικρή. Έτσι το 1964 μεταναστεύει στην Γερμανία, όπου δουλεύει σε εργοστάσιο για οκτώ μήνες.

Όμως δεν είναι η ζωή που είχε ονειρευτεί και   επιστρέφει  πίσω στην Ελλάδα, με μια Vespa σε ένα  ταξίδι  που κράτησε μια εβδομάδα.

Ο Κόκοτας στο μικρόφωνο
και ο Μπιθικώτσης χορεύει ζεμπεκιά.
Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του.
Μετά την επιστροφή του, το 1964,  σε μια επίσκεψη του για φωτογράφηση στην Κλινική Παπανικολάου στην Τσιμισκή, γνωρίζει την γυναίκα της ζωής του, την Καλλιόπη, την οποία πολιορκεί  και τελικά αρραβωνιάζεται το 1968.
Η Καλιόπη Ηπειρώτη κάπου στο Ποδοχώρι
Στην συνέχεια ανοίγει  δικό του φωτογραφείο, στην Παλαιών Πατρών Γερμανού, απέναντι από τον κινηματογράφο Έσπερο. Και φυσικά δεν μπορούσε παρά να το ονομάσει "Λάικα". 


Το 1970, και παρά το ότι έχει εδραιωθεί επαγγελματικά και οικονομικά, με παρότρυνση φίλου του από τον στρατό, κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα της ζωής του και φεύγει μετανάστης στην Μελβούρνη της Αυστραλίας. Εκεί τα μεγέθη είναι μεγαλύτερα. Έλληνες, Κύπριοι, Κούρδοι  μετανάστες. Γίνεται ο φωτογράφος της παροικίας των Ελλήνων μεταναστών. Σε έξι μήνες ανοίγει φωτογραφείο και σε δύο χρόνια αγοράζει σπίτι. Εκεί αποκτά και τις δύο κόρες του. 


Θα επιστρέψουν οικογενειακώς  στην Ελλάδα το 1986 και θα συνεχίσει το επάγγελμα του φωτογράφου, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2014.
Με την σύζυγό του τα τελευταία χρόνια κάποια Πρωτομαγιά.

Υ.Γ. Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα την κα Καλλιόπη Ηπειρώτη, για τις πληροφορίες και κυρίως για το πλούσιο φωτογραφικό  υλικό που μου εμπιστεύθηκε, το οποίο  λόγω του μεγέθους του θα δημοσιευθεί σε νεότερη ανάρτηση.
Να ευχαριστήσω επίσης τον Ρούλη (Θεόδορο) Καραπέδη για κάποιες επιπλέον πληροφορίες για τους παππούδες του, Σουλτάνα και Αλέξη Ηπειρώτη.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

"Η καρδιά της μάνας" , του Βασίλη Ηλιάδη*



Ένα σχόλιο, στο χρονολόγιό του στο Facebook, για την γιορτή της μητέρας ξεκίνησε να γράψει ο Βασίλης Ηλιάδης και κατέληξε σε μια κατάθεση ψυχής. Όχι μόνο της δικής του, αλλά της συλλογικής ψυχής των προσφύγων.
Αν και η μάνα είναι το κυρίαρχο πρόσωπο του κειμένου, η γραφή του ταξιδεύει στην οικογένεια του, στον χρόνο, σε μέρη που έζησε και για μέρη που άκουσε, και μέσω των αναμνήσεων του μας προσφέρει ένα κείμενο συγκινησιακά φορτισμένο.
Θα μπορούσαμε να του δώσουμε και τον τίτλο "Το Ποδοχώρι των προσφύγων-Μέρος δεύτερο". Αλλά έχουν οι πρόσφυγες τόπο? Μπορεί κάποιος να προσδιορίσει μέσα από το κείμενο, ποιος είναι ο τόπος τους? Εκεί που βρίσκονται οι ρίζες τους? Εκεί που γεννήθηκαν? Εκεί που μεγάλωσαν? Εκεί που ταξιδεύει η μνήμη τους ή εκεί που πονά η καρδιά τους?
Δημοσιεύουμε σήμερα το κείμενο του, γιατί θεωρούμε ότι ανήκει και αφορά και σε εμάς, στο χωριό μας, έστω για το κομμάτι της ιστορίας που μας αναλογεί.
Το αρχικό κείμενο συμπληρώθηκε με τα ονόματα των προσώπων, τους τόπους και τις χρονολογίες, για να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
                 

"Η παγκόσμια ημέρα της μητέρας ή αλλιώς "Γιορτή της μητέρας", είναι η ημέρα αφιερωμένη στις γυναίκες που μας έφεραν στη ζωή. Είναι κινητή και γιορτάζεται την δεύτερη Κυριακή του Μάη.
Σήμερα ταξίδεψα στο παρελθόν, θυμήθηκα την μάνα μου, την μάνα της μάνας μου, την μάνα του πατέρα μου και την μάνα της.
Προγονικά, φιγούρες εξιδανικευμένες. Άνθρωποι απλοί, αγράμματοι, αλλά με κοινωνική μόρφωση και πλούσια αισθήματα.
Η οικογένεια μου ζούσε με τον παππού Βασίλη Ηλιάδη και την γιαγιά Αναστασία στο Αιγάλεω. Το καλοκαίρι, η οικογένειά μου έκανε διακοπές στον Πλατανότοπο Καβάλας, με τον άλλο τον παππού, τον Θεμιστοκλή Ζαρίφογλου και την γιαγιά Σουλτάνα. Παντού και πάντα τριγύρω μου άνθρωποι που μ’ αγαπούσαν πολύ!
Οι γονείς της μητέρας μου στον Πλατανότοπο, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, βρέθηκαν στην Ανατολική Μακεδονία, σε ένα τόπο ήρεμο και γλυκό, όπως ήταν και η ζωή τους. 
Οι γονείς του πατέρα μου, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ποδογόριανη. 
Και αργότερα το 1953, εσωτερικοί μετανάστες στην Αθήνα. Σε άγουρη ηλικία, ορφανοί, βρέθηκαν σε περιβάλλοντα δύσκολα και πολλές φορές αφιλόξενα, αναγκάστηκαν να παλέψουν για να κερδίσουν την ζωή τους κι έτσι γράμματα δεν έμαθαν. Ο παππούς Θεμιστοκλής, που ζούσε στον Πλατανότοπο, με θρησκευτική ευλάβεια κάθε βράδυ άκουγε τα νέα στο ραδιόφωνο.Τηλεόραση δεν υπήρχε. 
Η οικογένεια Ηλιάδη στο Αιγάλεω το 1969. 
Από αριστερά παππούς, γιαγιά, θεία, μητέρα, θείος, 
ο μικρός Θεμιστοκλής και σε πρώτο πλάνο ο εξάχρονος Βασίλης 
Ο παππούς Βασίλης, που ζούσε στην Αθήνα, παρά το ότι δεν πήγε σχολείο, διάβαζε καθημερινά. Αυτό που λέμε “ξεκοκάλιζε” την εφημερίδα του, αλλά και βιβλία ιστορικά, που του άρεσαν.
Τα παιδιά τους, οι γονείς μου, Ιορδάνης Ηλιάδης και Ζωή Ζαρίφογλου, παιδιά της κατοχής. Γράμματα λίγα κι αυτοί, του Δημοτικού. Εγώ είχα το όνομα του παππού από το Ποδοχώρι και ο μικρός αδελφός μου ο Θέμης, είχε το όνομα του παππού από τον Πλατανότοπο.
Η προγιαγιά, η “μανιά”, όπως την λέγαμε, ο παππούς, η γιαγιά, ο πατέρας, η μητέρα, εγώ κι ο αδελφός μου ο ζούσαμε όλοι μαζί. Ζούσαμε σε οικογένεια που,  αργότερα έμαθα, ότι η κοινωνιολογία ονομάζει “εκτεταμένη μορφή οικογένειας”. Η κλασική εκτεταμένη οικογένεια συχνά αποκαλείται και “οικογένεια τριών ή τεσσάρων γενεών”. Η εκτεταμένη οικογένεια αποτελεί μια συνεργατική ομάδα, στην οποία ανήκει από κοινού κάθε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, και  αρχηγός της οικογένειας είναι ο διαχειριστής της περιουσίας και όχι απαραίτητα ο ιδιοκτήτης της.
Καθώς συχνά οι ανάγκες του ατόμου ταυτίζονται με τις ανάγκες του συνόλου σε αυτή την μορφή οικογένειας, το άτομο οφείλει να θέτει το συμφέρον του συνόλου, ως ανώτερο και σημαντικότερο από τα προσωπικά του "θέλω". Το άτομο πρέπει να είναι αφοσιωμένο στη οικογένεια του, ενώ όλα τα μέλη της είναι υπεύθυνα για τις πράξεις και τη συμπεριφορά οποιουδήποτε άλλου μέλους της οικογένειας. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι, για κάθε τι που αφορούσε οποιονδήποτε στην οικογένεια, πρώτα μιλούσαν “οι παππούδες” και μετά οι γονείς. Φυσικά τα παιδιά δεν προλάβαιναν -δεν είχαν λόγο-, μέχρι την εφηβεία τουλάχιστον, την εποχή της “επανάστασής τους”.
Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες. Η αγάπη όμως ξεχείλιζε. "Ογλούμ" ο παππούς, "τζιέρι μ’" η γιαγιά, "αγόρι μου" ο πατέρας, "παιδάκι μου" η μάνα!
Στις μεγάλες παρέες που μαζευόμασταν θείοι, θείες, ξαδέλφια, κουμπάροι, γείτονες, συγχωριανοί, άνοιγαν κουβέντες και διηγιόντουσαν ιστορίες από το παρελθόν, από τον τόπο τους, από το χωριό.
Ο τόπος καταγωγής, "η ρίζα", όνειρο χαμένο. Η γλώσσα, η τούρκικη, ζωντανή, με αυτήν μιλούσαν μεταξύ τους και γυρνούσαν νοερά  στον τόπο τους. Αγαπημένα τους φαγητά, αυτά που είχαν αγαπήσει στο παρελθόν. Φτιάχνοντας τα, έκαναν το παρελθόν να ζωντανεύει. Μυρωδιές και γεύσεις από άλλο τόπο και χρόνο, αλλά αξεπέραστες! Συνήθως με ουζάκι. 
Μετά ιστορίες από το χωριό, το Ποδοχώρι στην Μακεδονία. Ιστορίες της κατοχής απ’ τους Βουλγάρους, ιστορίες με αντάρτες. Ιστορίες με κυνήγι χαμένων θησαυρών, από χρυσοθήρες στο Παγγαίο και αρχαιοκάπηλους στη Μακεδονική γη. Ιστορίες με γλέντια στα καφενεία του χωριού και τα πανηγύρια. Παροιμίες και αινίγματα, πειράγματα και σόκιν ανέκδοτα.
Δεν ήξεραν ποιήματα.Ένα μόνο μου είχαν πει πολλές φορές κι αυτό ήταν κάποιου Γάλλου. Φυσικά δεν το έλεγαν όπως ήταν γραμμένο από εκείνον, αλλά με τον δικό τους τρόπο. Τον “αγράμματο”, τον αγαπησιάρικο!
Το ποίημα είναι “Η Καρδιά της Μάνας”, του Γάλλου ποιητή, συγγραφέα και δραματουργού Jean Richepin και είναι ένα σπαρακτικό, σκοτεινό ποίημα για την αιώνια αγάπη, τον ακατάλυτο δεσμό μάνας με γιο.

Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι,
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
– Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρεις την καρδιά,
να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος, την μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.
Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.
Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
– Εχτύπησες, αγόρι μου; και κλαίει!

Που το έμαθαν; Που το άκουσαν; Πάντως μας το μετέφεραν. Προφορική λαϊκή παράδοση σκεφτόμουν, μέχρι που πρόσφατα έμαθα την γαλλική καταγωγή του.
Πολλοί υποστηρίζουν πως οι ρίζες του ποιήματος βρίσκονται στη δημοτική ποίηση και ο Jean Richepin ήταν εκείνος που το μετέφερε στο χαρτί. Σύντομα πέρασε σε όπερες, διηγήματα, αλλά και στον κινηματογράφο, ήδη από τη δεκαετία 1920. Σχολιάστηκε επανειλημμένα και μεταφέρθηκε σε τοπικές λαογραφικές αναφορές, σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Στους νεότερους Έλληνες, η παράδοση έφθασε μέσω της σπουδαίας ποιητικής παραλλαγής του Αγγέλου Βλάχου (1917).
Μια μελοποιημένη εκδοχή της ιστορίας υπάρχει στο τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού, "Της μάνας η καρδιά":
https://www.youtube.com/watch?v=Po4gToNMgdM."

*Ο Βασίλης Ηλιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Είναι εκπαιδευτικός στην Μέση Εκπαίδευση με την ειδικότητα της Οικονομιας και της Κοινωνιολογιας. Ζει στο Χαϊδάρι και εργάζεται στο Περιστέρι. Είναι παντρεμένος και έχει δύο κόρες.